Ερευνώντας για τα αποτελέσματα του προγράμματος

Επιδιώκοντας την αξιολόγηση και την εμπέδωση / εδραίωση  των αποτελεσμάτων του προγράμματος “Veni, Vidi, …Bici”, πραγματοποιήθηκε επαναληπτική διερεύνηση των στάσεων και αντιλήψεων των μαθητών του σχολείου, μετά την ολοκλήρωση των δράσεων του προγράμματος, μέσω του ίδιου ερωτηματολογίου που χρησιμοποιήθηκε και στην αρχική έρευνα του προγράμματος.
Πώς διαμορφώθηκαν, τελικά, οι τάσεις και οι συμπεριφορές των μαθητών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα και αυτών που το παρακολούθησαν; Υιοθέτησαν ιδέες υπέρ της χρήσης των ήπιων μέσων μεταφοράς και αντιλήφθηκαν τη μεγάλη σημασία που έχει η γνώση και η χρήση των οδικών κανόνων από τη μεριά τους; 

Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, που κι αν δεν έχει τον χαρακτήρα μιας επιστημονικής έρευνας, έχει σίγουρα την αξία της για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μας, την ανατροφοδότηση και την αξιολόγηση του προγράμματος.

Επισημαίνουμε πως από το δείγμα των 100 μαθητών που πήραν μέρος στην έρευνα οι 32 συμμετείχαν και στο πρόγραμμα. Μια αρχική διαπίστωση αποτελούν τα χαμηλά ποσοστά όσων μαθητών χρησιμοποιούν το ποδήλατο για τη μετακίνησή τους στο σχολείο (πρόκειται για ένα ποσοστό χαμηλότερο του 10% στο νέο δείγμα μαθητών).

Οι περισσότεροι επιλέγουν τη μετακίνηση με τα πόδια (47%) ή το αστικό (22%), στην περίπτωση που κατοικούν σε πιο μακρινή περιοχή. Το ποσοστό όσων προτιμούν να μετακινούνται στο σχολείο με το αυτοκίνητο από κάποιον γονιό τους παραμένει ίδιο, ενώ, προς ευχάριστη έκπληξη, στην περίπτωση των μαθητών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα, το ποσοστό όσων έρχονται στο σχολείο με το ΙΧ της οικογένειας είναι ιδιαίτερα χαμηλό, μόλις το 16%. Είναι η ανασφάλεια παιδιών και γονιών μέσα στο πρωινό κυκλοφοριακό κομφούζιο και η απαίτηση του πρώτου κουδουνιού να είναι όλοι παρόντες που αποτρέπουν να χρησιμοποιείται το ποδήλατο;  Είναι σίγουρο, πάντως, πως οι περισσότεροι μαθητές έχουν στην κατοχή τους ποδήλατο, όπως φαίνεται στη δεύτερη ερώτηση, και το χρησιμοποιούν κατά τις απογευματινές ώρες ως μέσο μετακίνησης (23%), ενώ στην περίπτωση των μαθητών του προγράμματος το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 31%.

Μάλιστα, αυτής της ομάδας οι μαθητές αντιλαμβάνονται το ποδήλατο κυρίως ως μέσο μετακίνησης σε ένα ποσοστό του 47%, σύμφωνα με την επόμενη ερώτηση, ενώ οι άλλοι μαθητές το βλέπουν περισσότερο ως παιχνίδι.

Διαπιστώνουμε, επίσης, πως ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό, περίπου γύρω στο 42%, (στην πρώτη έρευνα το ποσοστό αυτό ήταν 55%) εξακολουθεί να κινείται κατά τις εξωσχολικές του δραστηριότητες μέσω του ΙΧ των γονιών του, ενώ το ποσοστό συνολικά όσων χρησιμοποιούν το ποδήλατο και όσων κυκλοφορούν με τα πόδια είναι υψηλότερο (συνολικά 47%) από το αντίστοιχο ποσοστό του 38% στην αρχή του προγράμματος. Στην περίπτωση δε των μαθητών του προγράμματος αυτό το ποσοστό φτάνει στο 53%.

Είναι ακόμα αξιοπρόσεκτο ότι οι μαθητές και στο σύνολο αλλά και ειδικότερα όσοι συμμετείχαν στο πρόγραμμα θεωρούν πως η πόλη μας δεν είναι απολύτως ασφαλής για τη μετακίνηση με το ποδήλατο, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ποδηλατόδρομοι στους πολυσύχναστους δρόμους. Προκύπτει πως οι μαθητές, όπως και οι περισσότεροι πολίτες, εξαρτάν την ασφαλή μετακίνηση με την ύπαρξη ποδηλατοδρόμων, κάτι που δεν είναι σωστό. Οι ποδηλατόδρομοι είναι σημαντικοί όταν κάποιος κινείται στο κέντρο ή σε έναν μεγάλο περιφερειακό δρόμο, ωστόσο η ασφάλεια είναι κάτι πιο σύνθετο και συνδέεται και με άλλους παράγοντες, από τους οποίους ο σημαντικότερος είναι ίσως ο ίδιος ο ποδηλάτης και η συνείδηση σωστής οδικής συμπεριφοράς,  την οποία πρέπει να έχει καλλιεργήσει.

Ερχόμαστε τώρα στο σχολείο που είναι ένας από τους παράγοντες οι οποίοι συμβάλλουν στη δημιουργία σωστής οδικής συνείδησης, άλλωστε, σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και μια πλευρά του δικού μας προγράμματος. Το ποσοστό του 63% των μαθητών που απάντησαν στην έρευνα δήλωσε πως δεν επηρεάστηκε από το πρόγραμμα κατά την επιλογή του μέσου μετακίνησης στην πόλη, σε αντίθεση με το ποσοστό των μαθητών που πήραν μέρος σ’ αυτό και δήλωσαν πως επηρεάστηκαν κατά 75%.

Η σύγκριση αποδεικνύει τη θετική επενέργεια του προγράμματος στους μαθητές που συμμετείχαν, ενώ οι άλλοι μαθητές του σχολείου δε δέχτηκαν και δεν ανταποκρίθηκαν στα μηνύματά του στο βαθμό που οι υπεύθυνοι θα προσδοκούσαν να διαδοθούν οι σχετικές ιδέες. Η εξήγηση αυτού του γεγονότος ανάγεται σε πολλούς, εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα, λόγους, αλλά σχετίζεται και με τη διάχυση των μηνυμάτων στους μαθητές του σχολείου, η οποία έπρεπε να τονιστεί περισσότερο.

Οι 42 από τους 100 μαθητές θεωρούν την κυκλοφοριακή αγωγή που παρέχεται από το σχολείο ημιτελή/ανεπαρκή, και όχι ανύπαρκτη, χωρίς ωστόσο να ελέγχεται τι ακριβώς θα μπορούσε να κάνει επιπλέον το σχολείο για να παράσχει ολοκληρωμένη αγωγή και πώς εννοούν οι μαθητές την «επάρκεια» μιας τέτοιας αγωγής. Δεν καταγράφονται δηλαδή οι απόψεις των μαθητών για το περιεχόμενο και τους στόχους της κυκλοφοριακής αγωγής. Μειώθηκε, πάντως, το ποσοστό των μαθητών που τη θεωρούσε ανύπαρκτη στο ελληνικό σχολείο (από 25% στο 15%).

Αντίθετα, αυξήθηκε το ποσοστό όσων πιστεύουν πως για να κυκλοφορήσει σωστά και με ασφάλεια κάποιος με το ποδήλατό του είναι απαραίτητος ο κατάλληλος εξοπλισμός και η γνώση των κανόνων κυκλοφορίας. Από το 67% που πίστευε στην ανάγκη εξοπλισμού και τεχνικού ελέγχου οδηγηθήκαμε στο 73%. Τέλος, το 94% των μαθητών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα πιστεύει στην ανάγκη της γνώσης των κυκλοφοριακών κανόνων.

Συμπερασματικά, θεωρούμε πως το πρόγραμμα άσκησε ισχυρότερη επίδραση στους μαθητές που πήραν μέρος στις δράσεις του, εδραιώνοντας την αξία των ήπιων μέσων μετακίνησης στη συνείδησή τους καθώς και την ανάγκη για ασφαλή χρήση του ποδηλάτου.

Στο πρόγραμμα τονίστηκε ο ρόλος της εκπαίδευσης και του σχολείου στη διαμόρφωση οικολογικής συνείδησης και συνειδητής οδικής συμπεριφοράς. Ειδικότερα τονίστηκαν η σημασία και η χρήση του κατάλληλου και απαραίτητου εξοπλισμού, του τεχνολογικού ελέγχου του ποδηλάτου και της εκμάθησης και εφαρμογής των κανόνων οδικής κυκλοφορίας και θεωρείται επιτυχής η διάχυση αυτών των μηνυμάτων σε όλους τους μαθητές μας.

Θα μπορούσε στο πλαίσιο της έρευνας να ανιχνευτεί και ο ρόλος άλλων παραγόντων που επηρεάζουν τη στάση και την οδική συμπεριφορά των νέων ανθρώπων ή να εξεταστεί σε μεγαλύτερο βάθος ο ρόλος του σχολείου, ωστόσο κάτι τέτοιο θα ήταν πέρα από τα όρια του θέματος και του στόχου του προγράμματός μας.


*Το σχετικό ερωτηματολόγιο δημοσιεύτηκε σε άρθρο του ιστολογίου του 2ου Γυμνασίου Αλεξανδρούπολης.